ἑτεροκλινής

ἑτερο-κλῐνής, ές,
A leaning to one side, uneven, Hp.Art.24; of a building, D.C.57.21; τὰ ἑ. τῶν χωρίων sloping ground, X. Cyn.2.7. Adv. -νῶς one-sidedly, Sor.2.62; ἑ. ἔχειν πρὸς ἡδονήν to have a propensity to it, Arr.Epict.3.12.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτεροκλινής — leaning to one side masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροκλινής — ές (ΑΜ ἑτεροκλινής, ές) αυτός που ρέπει, που κλίνει προς το ένα από τα δύο μέρη («ἐπειδὴ ἡ στοὰ ἑτεροκλινὴς ἐγένετο, ὠρθώθη», Δίων Κάσσ.) νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το ετεροκλινές μία από τις μορφές κρυσταλλώσεως τών ορυκτών αρχ. κατηφορικός… …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροκλινῆ — ἑτεροκλινής leaning to one side neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκλινέα — ἑτεροκλινής leaning to one side neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκλινές — ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem voc sg ἑτεροκλινής leaning to one side neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκλινοῦς — ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκλινέσι — ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκλινῶς — ἑτεροκλινής leaning to one side adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκλινεῖ — ἑτεροκλινέω lean on one side pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἑτεροκλινέω lean on one side pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑτεροκλινής leaning to… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκλινεῖς — ἑτεροκλινέω lean on one side pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem acc pl ἑτεροκλινής leaning to one side masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροκλινήσιος — ἑτεροκλινήσιος, α, ον (Α) ο ετεροκλινής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + θ. κλιν (κλίνω) + επίθ. ήσιος*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.